14/01/2010

ΞΑΝΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ ΠΡΟΒΟΛΕΑ



Αχ, πόσο δίκιο είχε η κυρία μου, πόσο δίκιο! Δεν θα την ξανακακολογήσω ποτέ. Το ορκίζομαι. Γεμάτο τύψεις θυμάμαι τα λόγια μου της προ-προηγούμενης περιγραφής στο ιστολόγιο – ημερολόγιο μου. Την κορόιδευα για τη μίζερη πρωτοχρονιά που πέρασε δουλεύοντας. Την κορόιδευα που έλεγε ότι πέρασε ωραία. Κάγχαζα μέσα μου ακούγοντας τη να εύχεται του χρόνου να είναι όλα καλύτερα για όλους. Εγώ ονειρευόμουν χλιδή, χαβιαρόσπορους, φώτα, γλέντια, μουσικές. Έχω βαρεθεί να την ακούω συνεχώς να προτάσσει την υγεία πρώτη από όλα. Μα τι περιμένετε? Είμαι ένα άμυαλο καναρίνι που μόνο μέλημα του είναι οι γήινες απολαύσεις.


Η βδομάδα μου άρχισε εφιαλτικά. Ήδη από την Κυριακή το βράδυ ήξερα τι με περίμενε. Η Αμαλία, με την οποία η κυρία μου έχει επαγγελματικά πάρε – δώσε ήρθε κλαίγοντας πριν μέρες στη δουλειά της να της πει πως ο γιος της, 23 ετών παρακαλώ, ένιωσε ξαφνικά μια ζαλάδα, έπεσε κάτω και διαγνώστηκε με όγκο στο κεφάλι. Έτσι ξεκινάνε όλα. Από ένα τίποτα, ένα κάτι. Κουβέντιαζαν πολλή ώρα με κλειστές πόρτες. Όταν η Αμαλία έφυγε η κυρία μου έκανε μια μικρή έρευνα και κατέληξε σε μια σειρά ενεργειών. Δε σας λέω λεπτομέρειες γιατί είναι όλα κάπως πολύπλοκα. Θα σας πω μόνο πως η κυρία μου σε θέματα αισιοδοξίας και ενέργειας είναι νούμερο 1.

Θεώρησε ότι έπρεπε να ζητήσει τη γνώμη ενός και μόνο ειδικού γιατρού, φίλο του φίλου της του Αναξίμανδρου. Καλλιέργησε μέσα της την ελπίδα ότι το παιδί θα μπορούσε να χειρουργηθεί ίσως σε ένα εξειδικευμένο κέντρο της Τουσόν της Αριζόνα. Σκέφτηκε μέχρι και τις λεπτομέρειες της οργάνωσης του ταξιδιού, τη στήριξη της φτωχής οικογένειας από την εκεί ελληνική παροικία, την πιθανή συνοδεία του παιδιού… Τι να σας λέω. Είχε χάσει τον ύπνο της επί σειρά ημερών. Είχε επενδύσει στην ελπίδα. Θεωρούσε ότι η προηγμένη σε θέματα νευροχειρουργικής Αμερική θα έδινε την επιβίωση που δικαιούται ένα αγόρι 23 ετών. Επενδύοντας στην ελπίδα ίσως έχασε το κριτήριο της για το οποίο είναι γνωστή στο χώρο της. Τι να πω?

Τη συνόδεψα μαζί με τον Αναξίμανδρο στο νοσοκομείο. Ήμουν μια σεμνή καρφίτσα – λουλουδάκι στην πατιλέτα του πουκαμίσου της. Το νοσοκομείο, μεγάλο, γνωστό, δημόσιο. Η κλινική, του ΕΣΥ. Ο γιατρός εξαιρετικός. Το γραφείο του, σε συστέγαση με έναν ακόμα συνάδελφό του, απογυμνωμένο και ανέμπνευστο. Όμως… Μόλις μπήκαμε μέσα εκείνο που πραγματικά καθήλωσε την κυρία μου ήταν ένας πίνακας που υπήρχε στον τοίχο πίσω από το γιατρό. Μια ομάδα από μικρές μπαλαρίνες. Μια ιδέα από Ντεγκά αλλά πιο όμορφες, πιο φωτεινές… Όσο ο γιατρός κοίταζε τις μαγνητικές που θα καθόριζαν το μέλλον του παιδιού, η κυρία μου μη αντέχοντας τη φόρτιση της στιγμής σηκώθηκε και πήγε στον πίνακα. Συμεών Σαββίδης, πρόλαβε να διαβάσει. Ο γιατρός ξεκίνησε να μιλάει. Η ετυμηγορία. Η κυρία μου τον κοιτούσε, τον άκουγε και το βλέμμα της ξέφευγε προς τις μπαλαρίνες, πάνω από το κεφάλι του. Δεν ξέρω πώς θα δεχόταν τα νέα, έτσι προσωπικά που το είχε πάρει το ζήτημα, αν δεν ήταν οι μικρές μπαλαρίνες. Καμιά ελπίδα. Ανεγχείρητος όγκος. Κακή πρόγνωση. Μικρή επιβίωση.

Οι ελπίδες σωριάστηκαν σαν τραπουλόχαρτα. Έφυγαν με τον Αναξίμανδρο για τις δουλειές τους. Το ίδιο μεσημέρι εισήχθη το Πεθερικό μας στο νοσοκομείο με βαρύ κρυολόγημα. Κάτι η μικρή ηλικία (83), κάτι το πάχος (θυμάστε το συλλεκτικό κείμενο μου με τίτλο «Ο κιμάς», δυστυχώς δεν ξέρω να κάνω link για να το διαβάζατε), κάτι το αρρύθμιστο ζάχαρο, κάτι η νεογνική καρδιά, το Πεθερικό έφτασε σε όρια νοσηλείας. Η κυρία μου άρχισε να δίνει νέα μάχη. Το Πεθερικό ήταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας αλλά με υψηλό ηθικό. Η κυρία μου δίπλα της σαν ραντάρ.

Την επόμενη μέρα το πρωί το Πεθερικό ετοιμαζόταν να αναχωρήσει στους ουράνιους λειμώνες, με τη βοήθεια ενός σηπτικού σοκ. Η κυρία μου όμως είχε άλλη άποψη. Τράβηξε από τα δόντια του Χάρου το Πεθερικό και το ξαναεγκατέστησε στο κρεβάτι του, περιτυλιγμένο από καθαρά σεντόνια.

Αργά το μεσημέρι της τηλεφωνεί ο κύριος μου για να της αναγγείλει ότι το κανονικό μου αφεντικό έχει οξεία σκωληκοειδίτιδα, έχει εισαχθεί στο νοσοκομείο και ετοιμάζονται να το χειρουργήσουν. Φεύγω έντρομο και πεταρίζω στο «Παίδων». Ζαλίζομαι και μπλέκομαι στους διαδρόμους αλλά θυμάμαι το μέρος καλά από το προηγούμενο καλοκαίρι που ήταν εκεί η κυρία μου (αν ήξερα τα κόλπα του link θα σας έβγαζα στο «Πάνω στο χειρουργικό προβολέα»). Μπαίνω στο χειρουργείο και σκαρφαλώνω στο χειρουργικό προβολέα. Να το κανονικό μου αφεντικό. Κοιμάται μακαρίως ενώ τραβολογάει ο Παπ-Λαπ τη σκωληκοειδή του. Ο κύριος μου με πολύχρωμο καπελάκι αγναντεύει τον πρωτότοκο του. Όλα πήγαν καλά. Ευτυχώς.

Κουτρουβαλιάστηκα μέχρι το άλλο νοσοκομείο για να δώσω ραπόρτο στην κυρία μου, να ελέγξω την πορεία του Πεθερικού και να κάνω παρέα στην κυρία μου στον ποδαρόδρομο μέχρι το «Παίδων». Θέλαμε να περπατήσουμε λίγο, να μας φυσήξει ο αέρας, να ταξινομήσουμε τις σκέψεις και τα γεγονότα όλων των τελευταίων ημερών. Κάτσαμε λίγο με το κανονικό μου αφεντικό που γκρίνιαζε ότι πονούσε. Του τραγούδησα μια μελωδία για να το νανουρίσω. Η κυρία μου τον κοιτούσε και σκεφτόταν πόσο μεγάλο δώρο είναι το να είσαι γερός.

Φύγαμε αργά το βράδυ. Η οικογένεια μοιράστηκε. Ο κύριος μου θα έμενε με το κανονικό μου αφεντικό. Η κυρία μου κι εγώ θα μέναμε με το Πεθερικό. Ο Χόλιους με τη γιαγιά Σοφία. Πήραμε το δρόμο του γυρισμού για το άλλο νοσοκομείο. Η κυρία μου σκεφτόταν ότι μέχρι στιγμής όλα είναι καλά. Έλπιζε να περάσει η νύχτα χωρίς απρόοπτα, όπως και έγινε. Εγώ γεμάτο τύψεις για την επιπόλαιη συμπεριφορά μου και τις ελαφρές σκέψεις μου, έκατσα πάνω στο κουμπί της νυχτικιάς του Πεθερικού και του τραγούδησα μια νυχτερινή άρια. Αύριο όλα θα είναι καλύτερα…



ΥΓ. Δυστυχώς όσο κι αν έψαξα στο διαδίκτυο δε μπόρεσα να βρω τις μπαλαρίνες του πίνακα του Συμεών Σαββίδη. Βρήκα όμως δύο άλλους, ενδεικτικούς πιστεύω.

08/01/2010

ΚΑΙ ΟΙ ΕΣΧΑΤΟΙ ΕΣΟΝΤΑΙ ΠΡΩΤΟΙ...



Το χριστουγεννιάτικο δέντρο μας χρονολογείται από 15ετίας. Αν ήταν μητέρα με ανήλικο τέκνο θα είχε βγει σε σύνταξη από πέρσι. Το αγοράσαμε να είναι μεγάλο και επιβλητικό. Η Τσιριμπόμ είχε πει στον πρόγονο μου ότι άμα είναι να αγοράσουμε ένα δέντρο να είναι με προοπτική ετών. Σε βάθος χρόνου σα να λέμε… Τα καραβάκια, αν και ελληνικό έθιμο, δεν ταίριαζαν με τις παιδικές της αναμνήσεις. Όσο και αν προσπάθησε να τα εντάξει στον χριστουγεννιάτικο στολισμό, η καρδιά της ποτέ δεν τα αποδέχτηκε. Πόσω μάλλον να αντικαταστήσουν το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Εξάλλου στο δέντρο αυτό μετακομίζω εγώ για 15 μέρες προκειμένου να ανταλλάξουμε τα νέα μας με τα στολίδια. Αυτά βέβαια δεν έχουν να μου πουν παρά τα νέα του παταριού και τις μεταξύ τους έριδες όλο το χρόνο. Εγώ όμως οφείλω να τα ενημερώσω για όλα όσα συνέβησαν σε ακτίνα μερικών δεκάδων μέτρων από το κλουβί μου.

Στα μέσα του Δεκέμβρη αποφασίστηκε να στολιστεί το δέντρο. Προστολιστικές υποσχέσεις… άφθονες. Σαν τις προεκλογικές. Στο δια ταύτα όλοι έκαναν τον Αλέκο. Είδε κι απόειδε η Τσιριμπόμ έστησε το δέντρο στο σαλόνι ένα βροχερό βράδυ. Ο κύριος μου είχε την υποχρεωτική υπερωρία του και την είχε κάνει με ελαφρά πηδηματάκια ευχόμενος αθώα αθώα «καλό στόλισμα και του χρόνου». Το κανονικό μου αφεντικό είχε χώσει τη μύτη του στα βιβλία του και προφασίστηκε διάβασμα. Ο Χόλιους μας άφησε τη φωτογραφία του και βγήκε για βόλτα. Απόμεινα εγώ, η κυρία μου και ο Ντίντη.
Παρένθεση: Για χάρη του Ντίντη έγιναν όλα. Του Δαυίδ, ο οποίος βιώνει σε αυτή την τρυφερή ηλικία τη μετανάστευση, την απώλεια του πατέρα και τη διαρκή αναζήτηση της μαμάς του για δουλειά. Όλοι τον αγαπάμε το Ντίντη και περισσότερο ο κύριος μου, που προσπαθεί να αναπληρώσει το πρότυπο του πατέρα. Αλλά και η κυρία μου ασχολείται μαζί του. Εκείνη τον έμαθε ελληνικά και τον βοηθάει στα μαθήματα του σχολείου, τόσο που στην αρχή ο μικρός ρωτούσε τη γιαγιά του σε ποιο σχολείο είναι δασκάλα η κυρία μου και γιατί δεν τον γράψαμε σε εκείνο το σχολείο. Το αγοράκι αυτό είναι ένα αγγελουδάκι στο σπίτι μας και ένα διαβολάκι στο δικό του. Τυραννάει ανηλεώς τη μαμά του και τη γιαγιά του οι οποίες πολλές φορές έρχονται με τα μαλλιά τους όρθια στο σπίτι μας. Κλείνει η παρένθεση.
Κατεβάσαμε τις κούτες από το πατάρι, πήραμε και τη σκαλίτσα από την κουζίνα και αρχίσαμε το στόλισμα. Τα στολίδια απλώθηκαν στον καναπέ κι εγώ έσπευσα να πιάσω μαζί τους το λακριντί. Η κυρία μου και ο Ντίντη άνοιγαν τα κλαδιά του δέντρου και έβαζαν τα φωτάκια. Όταν τελείωσαν πήγαν στα στολίδια. Η κυρία μου εξήγησε στον μικρό ότι υπήρχαν στολίδια από τα παιδικά ακόμα χρόνια της κυρίας μου και του κυρίου μου. Τα τελευταία ήρθαν ως προικώα όταν παντρεύτηκαν και ο κύριος μου μετακόμισε τα υπάρχοντα του σπίτι μας. Πρώτη φορά την άκουγα αυτή την ιστορία! Δηλαδή μιλάμε για προ-ιστορικά στολίδια! Στολίδια άνω των 45! Κοίταξα πιο προσεκτικά και παρατήρησα κάτι μαδημένα αγιοβασιλάκια, κάτι στραπατσαρισμένες καμπανούλες, κάτι αγνώριστους από την ταλαιπωρία χιονάνθρωπους, κάτι ξεβαμμένες μπάλες… Ήταν ένα σωρό! Η κυρία μου τα χάιδευε με αγάπη και μιλούσε στον Ντίντη για αυτά σαν να ήταν άνθρωποι. Του εξηγούσε ότι μαζί με τα «αρχαία» στολίδια, υπήρχαν και νεώτερα, μεταξύ 16 και 20 ετών. Ήταν οι πρώτες κατασκευές των μικρών αφεντικών μου από τους παιδικούς σταθμούς, τα νηπιαγωγεία και τα κέντρα δημιουργικής απασχόλησης. Ό,τι μπόρεσε, τέλος πάντων, να διασωθεί όλα αυτά τα χρόνια. Μαζί με όλα αυτά ξετυλίχτηκαν και τα νεώτερα στολίδια, αρκετά ξενόφερτα από ταξίδια, άλλα αγορασμένα κάθε χρονιά, άλλα χαρισμένα από φίλους. Ποτέ δεν ακολουθήσαμε μόδες στο στόλισμα του δέντρου. Κάθε χρόνο βάζουμε τα ίδια στολίδια και ίσως ένα δύο καινούργια.
Η κυρία μου άφησε το Ντίντη να στολίσει όλα τα χαμηλά κλαδιά. Με τη διαφορά ότι του υπέδειξε τα παλιότερα και πιο ταλαιπωρημένα στολίδια να τα βάζει πίσω, στην πλευρά που δεν είναι στη μόστρα. Μπροστά μπήκαν όλες οι αστραφτερές μπάλες, τα ξύλινα παιχνίδια, οι καμπανούλες με τον κόκκινο φιόγκο… Στόλισαν και τη φάτνη με τις προ-ιστορικές ξύλινες καμήλες και το σανό-από-τότε-που-θυμάμαι-τον-εαυτό-μου. Στο τέλος έβαλαν την κορυφή και κήρυξαν τη λήξη του στολισμού. Κατάκοποι κάθισαν να θαυμάσουν το έργο τους, άναψαν τα φωτάκια, έκλεισαν τα μεγάλα φώτα κι έμειναν εκεί στο μισοσκόταδο για ώρα οι δυο τους να σκέφτονται ο καθένας τα δικά του.
Την επομένη το μεσημέρι έτυχε να είναι όλοι στο σπίτι όταν γύρισε ο κύριος μου από τη δουλειά. Στήθηκαν κορδωμένοι στο σαλόνι να τον υποδεχτούν και να δει το στολισμένο δέντρο, ακόμα και αυτοί που δεν συμμετείχαν καθόλου στον όλο κόπο (ξέρετε ποιοι). Εκείνος έριξε μια ματιά με το πολύπειρο μάτι του και αναφώνησε : «Μπράβο, μπράβο και του χρόνου! Αλλά δεν το βάλατε από τη σωστή μεριά. Δε βλέπετε πώς γέρνει?» Και με μια μεγαλειώδη κίνηση, πηγαίνει και γυρίζει το δέντρο μπρος πίσω, για να έρθει να ισορροπήσει σωστά! Και με μιας…… όλα εκείνα τα παλιά στολίδια βρέθηκαν μπροστά!!!! Έτσι απλά, με μια κίνηση! Και μείναμε όλοι με ανοιχτό στόμα! Και έσονται οι έσχατοι πρώτοι!!!!
Σαν να μην έφτανε δε αυτό, ο κύριος μου κόμπαζε όλο το απόγευμα ότι άμα λείπει εκείνος από το σπίτι τίποτε δε γίνεται σωστά και καλά που ήρθε εγκαίρως γιατί θα έπεφτε το δέντρο στο κεφάλι μας κλπ. κλπ. Η κυρία μου σκέφτηκε σοβαρά να πάρει μισό ηρεμιστικό ή καλύτερα να ρίξει στον καφέ του ένα ολόκληρο ή ακόμα καλύτερα, να ρίξει ένα ολόκληρο κουτί για να ξεμπερδεύει μια ώρα αρχύτερα…
Εγώ πήγα να πάρω συνέντευξη από τους πρωταγωνιστές της σκηνής οι οποίοι περιχαρείς πήραν επιτέλους την εκδίκηση τους!
Επισυνάπτω και τη φωτογραφία του δέντρου μας με την αφεντιά μου να επισκιάζω τη φάτνη.
ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ!

06/01/2010

ΝΕΕ ΧΡΟΝΕ ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕΣ!



Αρχίζω με ευχές και όχι με γκρίνιες. ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΓΕΜΑΤΗ ΥΓΕΙΑ. Όλα τα άλλα έπονται...

Τώρα μπορώ να γκρινιάξω και λίγο. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να ετοιμάζεται όλος ο κόσμος για το ρεβεγιόν της αλλαγής του χρόνου και κάποιοι να δουλεύουν... Οικτρό! Και καλά αυτοί οι κάποιοι να δουλεύουν, εγώ όμως τι φταίω? Πού άφησα τη ζεστασιά του κλουβιού μου, τους γιορτινούς σπόρους μου, τα χριστουγεννιάτικα στολισμένα κλαδιά μου για να πάω μαζί με τα αφεντικά μου στις δουλειές τους. Ο κύριος μου είχε φύγει από νωρίς. Κάτι πάει κι έρχεται αυτό. Η άλλη όμως? Έφυγε βραδιάτικα, ντυμένη σα λέτσος, εκεί που όλοι έκαναν πρόβες τα βραδινά τους ρούχα και τα καινούργια σύνεργα μακιγιάζ. Οδυνηρό! Όλοι να χαίρονται και να κάνουν σχέδια και αυτή να έχει ένα στομάχι φιόγκο για το ποιο πρόβλημα θα κληθεί να αντιμετωπίσει μέσα στην άγρια νύχτα... Αλλά το πιο οδυνηρό ήταν εκείνο το φεγγάρι! Τι φεγγάρι ήταν αυτό? Ολόγιομο, λαμπερό, τυλιγμένο με μια εσάρπα σύννεφων που όμως καθόλου δεν έκοβαν τη λαμπρότητα του... Αχ αυτό το φεγγάρι της νύχτας 31 προς 1... Υπέροχο... Αξέχαστο...
Πώς πέρασα? Μίζερα. Όχι δεν είμαι αχάριστο! Θα αλλάξω αφεντικά, δεν μπορώ άλλο, έχω χάσει την υπομονή μου με αυτούς. Μα πού τους βρήκα? Στις 12 παρά 10, η κυρά μου μαζί με τον Μάριο και το Σπύρο, άφησαν στο πόστο τους τον Γεροντοκόρο Συνάδελφο Με Το Βαμμένο Μαλλί και έτρεξαν μέσα από την καταχνιά και την υγρασία των δέντρων, στο έτοιμο στρωμένο τραπέζι του Μεγάλου Γραφείου τους. Μαζί κι εγώ μήπως και αποκομίσω το φλουρί της πίτας τουλάχιστον. Εκεί τους περίμεναν το στρωμένο τραπέζι και η Μαρία (το κορίτσι του Σπύρου), η Λίντια, η Μαρία, ο Μπάμπης, η Γιωργία και ο Ηλίας που μια και ήταν μόνος του είπε να περάσει να κάνει Πρωτοχρονιά μαζί μας. Η Λίντια έφτιαξε τη βασιλόπιτα, η κυρία μου έφερε τη σαμπάνια και οι υπόλοιποι τα φαγητά. Έγινε ένα βεβιασμένο συμπόσιο, χωρίς χλιδάτα τραπεζομάντηλα, στολισμένα δωμάτια, γιρλάντες, φωτάκια. Είχαν πλαστικά ποτήρια για τη σαμπάνια, πού ακούστηκε? Τα φαγητά τους τα είχαν σε αλουμινένια σκεύη μιας χρήσεως, μπλιάχ. Τα δε μυαλά τους ήταν εκεί κάτω, στον Κύριο Με Τα Βαμμένα Μαλλιά που τον είχαν αφήσει μόνο του, ευχαρίστως θυσιαζόμενο. Έλεγαν μόνο : "Του χρόνου καλύτερα, του χρόνου καλύτερα".
Ας μην είμαι στριμμένο. Η κυρία μου που έτσουξε ουκ ολίγη σαμπάνια (και οι άλλοι παρότι μουρμούριζαν ότι δεν τους αρέσει τη στράγγιξαν) έλεγε ότι καλά πέρασαν παρόλα αυτά. Εμ βέβαια. Άμα πιστεύεις στη ζωή σου ότι υπάρχουν πάντα χειρότερα, καλά πέρασες κι έτσι... Τι να πω? Αλλιώς σκέπτονται οι άνθρωποι και αλλιώς τα bon viveurs καναρίνια. Και ούτε μου έπεσε το φλουρί.
Σας επισυνάπτω μια ένδειξη του πρωτοχρονιάτικου τραπεζιού τους. 

30/12/2009

Άσπρο Καναρίνι: ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ

Άσπρο Καναρίνι: ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ

ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ



Πέρασαν οι μισές γιορτές! Και μέχρι να γυρίσουμε να κοιτάξουμε θα περάσουν και οι άλλες μισές... Για να περιμένουμε το καρναβάλι... Τα αφεντικά μου δούλευαν πυρετωδώς όλες τις μέρες με εξαίρεση τις αργίες των χριστουγέννων. Θα συνεχίσουν να δουλεύουν και τις μέρες της παραμονής και της πρωτοχρονιάς και του σαββατοκύριακου που ακολουθεί χωρίς εξαιρέσεις. Θα αλλάξουν το χρόνο στις δουλειές τους. Ήδη η κυρία μου ετοίμασε μια σαμπάνια που της έφεραν, για να την ανοίξει το βράδυ της πρωτοχρονιάς στη δουλειά της. Θα πρέπει να είμαι μαζί της να την επιτηρώ για να μη γίνει φέσι και μας βγάλουν τα κανάλια...
Σήμερα μετά τη δουλειά της, η κυρία μου και Τσιριμπόμ επισκέφθηκε μεγάλο κατάστημα του κέντρου των Αθηνών, επί της πλατείας Ομονοίας, για να αγοράσει μερικά αναπόφευκτα δώρα. Σας είναι γνωστό ότι διανύουμε περίοδο ισχνών αγελάδων, ένεκα η Έπαυλις. Ποτέ δε συμπαθούσαμε ως οικογένεια όλη αυτή τη φρενίτιδα ανταλλαγής συμβολικών - άχρηστων - κακόγουστων πολλές φορές δώρων, που μας έχει επιβληθεί τις μέρες των γιορτών. Φέτος, τα περικόψαμε σχεδόν όλα. Παρόλα αυτά όμως, έπρεπε να πάρουμε δύο και να σου...βρεθήκαμε στο Ναό Καταπολέμησης της Κατάθλιψης, το υπερ-κατάστημα που λέγαμε. Η Τσιριμπόμ θεώρησε λογικό τα δώρα της να είναι απαραίτητα και χρήσιμα. Έτσι, κατευθυνθήκαμε στο τμήμα με τα βρακιά, τα σώβρακα, τις κάλτσες, τα φανελάκια και τις πυζάμες. Τελειώσαμε με τα αγορίστικα και πήγαμε στα κοριτσίστικα. Έριξε ένα βλέφαρο και η Τσιριμπόμ γύρω γύρω αλλά συνήγαγε ότι οι τιμές ήταν υπέρογκες για οικογενειακές αγορές.
Στο ταμείο πριν από μας, περίμεναν δύο φίλες να πληρώσουν. Άθελα μου, έγινα μάρτυρας των αγορών τους και των συνομιλιών τους. Πρώτα θα τις περιγράψω. Ήταν κοντές, χοντρές, κακοντυμένες και ατημέλητες. Η ηλικία τους απροσδιόριστη, μεταξύ 35 και 45. Η νεώτερη είχε ξανθά, άλουστα, κακοφτιαγμένα και κατακουρασμένα από τις απανωτές βαφές μαλλιά. Η άλλη ήταν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του γυναικολογικού συνδρόμου των πολυκυστικών ωοθηκών : μαυριδερή και τριχωτή. Σίγουρα μετά τις αγορές είχε κλείσει ένα ραντεβού για Μάδημα Τριχών Προσώπου στο Αρμόδιο Κατάστημα Αισθητικής.
Η νεώτερη κρατούσε ένα σωρό δαντελωτά κόκκινα βρακιά και σουτιέν. Ανέλυε περιχαρής στη φίλη της ότι υπάρχει ένα έθιμο που λέει ότι αν φορέσεις το βράδυ της πρωτοχρονιάς ένα καινούργιο κόκκινο βρακί και σε βρει ο νέος χρόνος με αυτό, όλα θα σου πάνε καλά τη νέα χρονιά! Όταν το άκουσα, φαντάστηκα την κυρία μου το βράδυ της πρωτοχρονιάς στη δουλειά της με κόκκινο βρακί και ξεράθηκα στα γέλια!!!! Αλλά δε μπορείτε εσείς να καταλάβετε γιατί γέλασα τόσο πολύ επειδή δεν ξέρετε ακριβώς τι δουλειά κάνει η κυρία μου. Να το ΄βλεπα κι αυτό κι ας ψοφούσα!!!! Τέλος πάντων. Συνεχίζω. Είχε αγοράσει η μία ένα βαγόνι δαντελωτά κόκκινα βρακιά (εκτός από τα ασορτί σουτιέν) και πλήρωνε. Η ταμίας τα σήκωνε ένα ένα για να βγάλει το αντικλεπτικό και μεις θαυμάζαμε την καλαίσθητη δαντέλα, το μικροσκοπικό τού μεγέθους, τη φίνα γραμμή, τις μικρές διακοσμητικές λεπτομέρειες... Έλεγε στη φίλη της ότι ήταν ευκαιρία να ανανεώσει το στόλο της από εσώρουχα. Πλήρωσε και περίμενε τις Πολυκυστικές Ωοθήκες (ΠΩ) να πληρώσουν και αυτές για να πάνε στην καφετέρια του καταστήματος να καπνίσουν ένα τσιγάρο και να πιούν ένα καφέ. Οι ΠΩ ήταν σεμνότερες. Είπαν ότι είχαν πολλά εσώρουχα αλλά τους έλειπε μόνο "αυτό". Την ώρα εκείνη σήκωσε συμπτωματικά το "αυτό" η ταμίας και είδα ότι επρόκειτο για μια κόκκινη ζαρτιέρα με το ασορτί βρακί της! Εάν, λέω, ΕΑΝ, ήμουν άντρας το πουλί μου θα κατέθετε δια παντός τα όπλα και δεν ξέρω αν θα ανένηπτε και ποτέ... Φαντάστηκα εκείνα τα δαντελωτά εσώρουχα χαμένα μέσα σε τόνους λίπους, κυτταρίτιδας, διπλών, μαλλιαρών αφαλών, ξεχειλωμένων μηρών, μπιμπικιάρικων πωπών, ραγαδιασμένων κοιλιών και αηδίασα... Φαντάστηκα εκείνες τις φουκαριάρες τις ζαρτιέρες να σφίγγονται και να ξεσφίγγονται στα μπούτια της σαρανταπεντάχρονης και ανατρίχιασα. Έφυγα αναλογιζόμενο την παροιμία "τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και τους ανάλογους κώλους" και συγνώμη για τα κακά λόγια.
Για να εξιλεωθώ πήγα με την κυρία μου και αγοράσαμε το καινούργιο βιβλίο του Καζούο Ισιγκούρο "Νυχτερινά" που τόσο καιρό περιμέναμε να το πάρουμε. Τι ψυχή είχαν 13 ευρώ για τόση απόλαυση? Ούτε ένα στρινγκ βρακί δεν παίρνεις με 13 ευρώ πια!   

07/11/2009

ΕΚΤΟΣ ΤΟΠΟΥ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΥ


Είμαι εκτός τόπου και χρόνου σήμερα. Δηλαδή πάντα είμαι αλλά σήμερα παραέγινε το κακό. Είναι μερικές ώρες που πάτησα το πόδι μου στη γη. Ήμουν στους αιθέρες, συνοδός της κυρίας μου, στην επιστροφή της από το San Diego. Δεν σας γράφω επειδή έφτασαν στα αυτιά μου κάτι ψωραλέες επισημάνσεις ότι, δήθεν, έκανα "κοιλιά" και δε γράφω συχνά στο ιστολόγιο τις γκρίνιες μου. Γράφω επειδή το jet lag με θέρισε και μου είπαν ότι πρέπει να βρω τρόπους να μην κοιμηθώ τη μέρα καθότι θα βρυκολακιάσω τη νύχτα. Έβαλα κι εγώ δύο σπιρτόξυλα στα βλέφαρα μου και είπα να σας ενημερώσω ότι επιτέλους βρήκα το ιδανικό μέρος για τα γεράματα μου!!! Θα αρχίσω να κάνω αποταμιεύσεις για να αποσυρθώ, όταν ασπρίσουν εντελώς τα πούπουλα μου, στην πόλη αυτή. Και γιατί όχι δηλαδή? Επειδή μια ζωή αντιπαθούσα την Αμερική? Σιγά καλέ! Ποιος τηρεί αυτά που λέει? Ποιος κάνει αυτά που υπόσχεται? Άλλωστε το λέει και η παροιμία "μεγάλη μπουκιά σπόρων φάε, μεγάλο λόγο μη λες".

Θα φτιάξω λοιπόν κι εγώ το κομπόδεμα μου, θα πάρω το κλουβί μου και θα μετακομίσω στο San Diego. Μην αρχίζετε τις γκρίνιες για την Αμερική. Τα ξέρω όλα αυτά και τα παραξέρω. Όμως ακούστε τι πλεονεκτήματα θα έχω.

1. Θα απολαμβάνω ένα εξαιρετικό κλίμα, μια διαρκή άνοιξη, ιδανική για τα γέρικα κόκαλα μου και το προβληματικό, λόγω προχωρημένης ηλικίας, θερμορυθμιστικό μου σύστημα. Ο ουρανός, η θάλασσα και ο ήλιος μοιάζουν πολύ με της Ελλάδας κι έτσι δε θα υποφέρω από τόσο αβάσταχτη νοσταλγία.

2. Θα περπατάω σε μεγάλα πεζοδρόμια, φυτεμένα με δέντρα που έχουν προστατευτικά σιδερένια καλύμματα και δε θα φοβάμαι μήπως πέσω σε κανένα λάκκο ή σκοντάψω σε καμιά ρίζα. Και κυρίως θα περπατάω σε πεζοδρόμια ΜΕ ΔΕΝΤΡΑ, κανονικά δέντρα και όχι ψωραλέα εκμαγεία πρώην χτικιάρικων δέντρων.

3. Δε θα φοβάμαι να περπατήσω στα πεζοδρόμια επειδή προεξέχουν πλάκες ή υπάρχουν λακκούβες και σπασμένα κράσπεδα. Ακόμα και τη νύχτα, θα είμαι ένα ελεύθερο γέρικο καναρίνι ικανό να βολταρίζει χωρίς να κινδυνεύει να σπάσει το πόδι του.

4. Θα μπορώ να διασχίζω τους δρόμους άφοβα! Όσο γέρικο και ανήμπορο γίνω, θα ξέρω ότι και μόνο με την πρόθεση ότι επιθυμώ να βρεθώ απέναντι, ο οδηγός θα σταματήσει (κοκαλώσει) το αυτοκίνητο του και θα με περιμένει υπομονετικά μέχρι να σουρθώ, χωρίς να με βρίζει από μέσα του ή απέξω του.

5. Θα μπορώ να έχω αυτά τα ωραία πι με τα τροχούλια και το καλαθάκι από κάτω. Θα μπορώ έτσι να πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ να ψωνίζω τους σπόρους μου, να βάζω κατόπιν τα πράγματα μου στο καλαθάκι και τσουλώντας αλλά και στηριγμένο στο πι μου να πηγαίνω με ασφάλεια σπίτι μου χρησιμοποιώντας τις ειδικές διαβάσεις στα πεζοδρόμια, που σημειωτέον, ΔΕΝ θα είναι ΠΟΤΕ μπλοκαρισμένες. Θα μπορώ λοιπόν να είμαι ένα γέρικο μεν αλλά αυτάρκες καναρίνι δε.

6. Αν είμαι πολύ πιο ανήμπορο αλλά ακόμα λειτουργικό, θα μπορώ να κάνω τα ψώνια με το ειδικό ηλεκτρικό αμαξάκι ενός ατόμου, με αποθηκευτικό χώρο και μια κεραία με κόκκινο σημαιάκι για να με προσέχουν οι οδηγοί όταν διασχίζω το δρόμο και οι πεζοί όταν κινούμαι στο πεζοδρόμιο.

7. Αν χρειαστώ κάποια βοήθεια στο δρόμο και στέκομαι σκεπτικό και αναποφάσιστο, θα με πλησιάσει ένας άνθρωπος του Δήμου, από αυτούς που περιπολούν στην πόλη όλη μέρα με ποδήλατα. Θα με καλημερίσει ευγενικά και θα με ρωτήσει αν χρειάζομαι κάτι έτσι ώστε να με βοηθήσει κατάλληλα.

8. Θα μπορώ να κάνω περίπατο στον ειδικά διαμορφωμένο πεζόδρομο δίπλα στη θάλασσα, μέχρι όπου με πάνε τα πόδια μου. Θα απολαμβάνω τη θάλασσα, τα περιποιημένα και φυτεμένα παρτέρια, τα στρωμένα χορτάρι μέρη. Άσε που θα μπορώ να καθίσω σε ένα άθικτο και πεντακάθαρο παγκάκι, από τα άφθονα που υπάρχουν κατά μήκος της παραλίας για να πάρω μια ανάσα άμα κουραστώ. Και κυρίως, δε θα πεθάνω ποτέ από έμφραγμα μυοκαρδίου, επειδή την ώρα που περπατάω στον πεζόδρομο έρθει γκαζωμένο ένα μηχανάκι με κομμένη εξάτμιση και περάσει ξυστά από το γέρικο ώμο μου.
9. Κάνοντας τη βόλτα μου, θα μπορέσω να καθίσω στο χώρο αναψυχής του μικρού τεχνητού χωριού Seaport Village (παραβλέπω ότι είναι μια σκέτη αμερικανιά και κρατάω το καλό στοιχείο), να πιώ μια μπύρα, (εφόσον μου το επιτρέπει ο γιατρός μου). Καθισμένο στα υπαίθρια πέτρινα τραπέζια θα μπορώ να ακούσω τη ζωντανή μουσική και γιατί όχι? Να χορέψω! Ναι, να χορέψω στην αυτοσχέδια πίστα, όσο μπορώ και αντέχω χωρίς να με κοροϊδεύει κανένας. Μάρτυρας μου η φωτογραφία. Γιατί αυτός και όχι εγώ? Τι θα μου λείπει?

10. Θα μπορώ να φάω σε ένα steak house, αν αντέχουν τα γέρικα δόντια μου, μια ζουμερή μπριζόλα, σε τραπέζι στρωμένο με κανονικό τραπεζομάντιλο, υποδειγματική εξυπηρέτηση και λογικό λογαριασμό, χωρίς να με αντιμετωπίζουν ως έχον το ακαταλόγιστο.

11. Θα μπορώ να αρρωστήσω και να μεταφερθώ στο τμήμα επειγόντων του San Diego, όπου δε θα με κοπανήσουν πάνω στο φορείο, δε θα με αφήσουν ξεβράκωτο με το γέρικο πουλί μου σε κοινή θέα όσων περιμένουν, ούτε θα με "γλύφουν" ψεύτικα οι τραυματιοφορείς για να τους δώσω 10 δολάρια για τον κόπο τους (δουλειά τους) να με μεταφέρουν.

Αυτά όλα σκέφτομαι τώρα που υποφέρω από το jet lag μου. Αύριο θα τα σκέφτομαι ακόμα γιατί δε θα έχω συνέλθει. Μεθαύριο θα αρχίσω να βλέπω την άλλη όψη αυτής της χώρας, τη γνωστή, και θα αρχίσει να ξυπνάει μέσα μου το ελληνικό ιδεώδες. Ακόμα όμως και έτσι, θα ζηλεύω μερικά πραγματάκια που για αυτούς δε ζητιανεύονται, είναι αυτονόητα.

ΥΓ. Αυτά που γράφω τα αφιερώνω στη μνήμη της γριάς λαίδης αγγλίδας Τάδε και της ινδής υπηρέτριας της (αυτή δεν είχε όνομα) που "βρήκαν τραγικό θάνατο από διερχόμενο αυτοκίνητο όταν επιχείρησαν να διασχίσουν τη Λεωφόρο Ποσειδώνος" (!!!). Τη μικρή αυτή είδηση διάβασα τυχαία σε εφημερίδα πριν από καμιά δεκαριά χρόνια αλλά πώς συμβαίνει και μερικά πράγματα χαράζονται ανεξίτηλα στη μνήμη! Πολλές φορές στη ζωή μου, εξαιτίας αυτής της καταραμένης παρατηρητικότητας από την οποία πάσχω, έχω ξανά και ξανά θυμηθεί αυτή την είδηση των τριών γραμμών.

30/09/2009

ΝΕΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙΑ



Ήρθε ο καιρός να ακουμπήσει ξανά η φτερούγα μου πληκτρολόγιο. Δεν φταίει το ότι είμαι πολυάσχολο, ούτε ότι έχω την πτερόρροια μου. Μάλλον θα φταίει το φθινόπωρο και το ότι έφυγε το κανονικό μου αφεντικό. Πιστεύω ότι σύντομα θα συνέλθω και θα επανέλθω.
Το κανονικό μου αφεντικό ξαναέδωσε πανελλήνιες εξετάσεις, μετά από ένα χρόνο διαβάσματος και ήδη γνώριζε, από τότε που πήρε τους βαθμούς του, ότι θα περνούσε στη Σχολή Των Ονείρων του, στην Πάτρα. Ο κακομοίρης ο πατέρας του βίωσε μια κεραμίδα στο κεφάλι του. Δεν ήθελε καν να σκέφτεται ότι ο γιός του θα έφευγε μακριά από το σπίτι. Η Τσιριμπόμ αντιθέτως το είδε μιας εξαρχής ως αναπόφευκτο. Ο Χόλιους μέσα από την εξέλιξη της ζωής του αδελφού του διέβλεπε το μέλλον του αλλά πανηγύριζε κιόλας επειδή θα γλύτωνε τη γκρίνια και τις υποδείξεις του αδελφού – πατέρα. Εγώ πώς το είδα αλήθεια? Μη με ρωτάτε. Είμαι ακόμα βυθισμένο στη θλίψη. Τριγυρίζω ρακένδυτο στο κλουβί μου και έχω μαδήσει εντελώς. Σε λίγο θα πρέπει να μου πάρουν βαρέλι για να κυκλοφορώ.
Φέτος η οικογένεια έκανε τις διακοπές της στο Χωριό Της Επαύλεως για τους προφανείς λόγους της οικονομικής δυσπραγίας και των οικοδομικών εργασιών που εξελίσσονταν εκεί. Αυτό μεταφράστηκε για την κυρία μου ως «Τα μαρτύρια του Ταντάλου», όπου Τάνταλος αντικαθίσταται από το Τσιριμπόμ. Οι διακοπές της μετεξελίχθηκαν σε Συμπληγάδες Πέτρες, ανάμεσα στις οποίες αλεθόταν νυχθημερόν. Την έβλεπα και τη λυπόμουνα αλλά τι να έκανα κι εγώ? Κατοικοέδρευα πάνω στο περβάζι της βεράντας εκτεθειμένο στις απανταχού γάτες που θα μπορούσαν μαγεμένες από την ομορφιά μου να ανέβουν τις σκάλες και να με κάνουν μια μπουκιά. Άλλες φορές με τοποθετούσαν, όταν δεν μαγείρευαν, πάνω στο υπαίθριο μάτι της κουζίνας και με άφηναν εκεί με κίνδυνο να ξεχαστεί κάποιος και να με ψήσει. Για να καταλάβετε τι εννοώ σας παραθέτω την αντίστοιχη φωτογραφία! Δεν μπορώ να πω ότι με παραμελούσαν αλλά να, ένα άγχος το είχα. Όταν ερχόταν ο ήλιος με μετέφεραν στο πίσω μπαλκόνι, σε μια αυτοσχέδια τέντα που μου έφτιαχνε η γιαγιά – Σοφία για την αντηλιά και με άφηναν παρέα με μια στρατιά από σφήκες, καθότι αυτές είχαν άπειρες φωλιές εκεί τριγύρω. Αφού δε μάδησα εντελώς από αυτά τα άγχη του καλοκαιριού πάλι καλά…
Ανασκοπώντας λοιπόν τις καλοκαιρινές διακοπές, η Έπαυλις μας απορρόφησε οικογενειακώς. Τα 3 εκ των 4 αφεντικών μου ξημεροβραδιάζονταν εκεί. Η κυρία μου φροντίζοντας τις καλλιέργειες της και ποτίζοντας τον κήπο με τις ντοματιές και τις πιπεριές. Το κανονικό μου αφεντικό και ο κύριος μου ανοίγοντας λάκκους στα δέντρα και σκάβοντας γενικώς. Και οι 3 ξεχορτάριασαν, έκοψαν βάτα, κλάδεψαν δέντρα, καθάρισαν φράχτες. Εκεί ήμουν κι εγώ για να εποπτεύω τη νέα μου κατοικία. Ο τέταρτος, ο Χόλιους, δεν ήταν μαζί τους γιατί δούλευε. Ναι! Το Μικρό Τεμπελόσκυλο δούλευε μεσημεριανό γκαρσόνι στην ταβέρνα του θείου του! Ο μόνος επιτυχημένος οικονομικά αυτό το καλοκαίρι ήταν ο Χόλιους! Οι υπόλοιποι κυκλοφορούσαμε με πενταροδεκάρες στις τσέπες μας.
Οι διακοπές μας λοιπόν πέρασαν με έγνοιες για την Έπαυλη και με γκρίνια, αποκλειστικά από τη γιαγιά – Σοφία. Τι να σας πω! Η καθόλα Βούδας – κυρία μου, άρχισε πάλι να επεξεργάζεται το σενάριο παρακολούθησης ομάδων διαχείρισης οργής. Η γιαγιά – Σοφία την εξόργιζε με τις ατελείωτες παρατηρήσεις της. Δεν υπήρξε κάτι που να έκανε, που να μην ήταν αποδέκτης παρατηρήσεων από τη μαμά της. Δε θα επεκταθώ, διότι δεν είναι του παρόντος. Ίσως κάποια μέρα που θα έχω τα κέφια μου να προσπαθήσω να αποδώσω με χιούμορ το κλίμα που επικρατούσε διότι ουσιαστικά ήταν για να κλαις. Δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό της κυρίας μου ότι το χειρουργείο που έκανε καλοκαιριάτικα, αμέσως μόλις γύρισε από τις διακοπές, είχε τις ρίζες του σε όλη αυτή τη γκρίνια της μαμάς της. Δεισιδαίμων η κυρία μου? Μπα! Αλλά όλο και περισσότερο πιστεύει ότι η γκρίνια, ειδικά των γονιών, καλό είναι να μην υπάρχει για να πηγαίνουν όλα καλά.
Τι έλεγα? Α! Αρχές Αυγούστου, λοιπόν, η κυρία μου πετάχτηκε στην Πάτρα για να βρει σπίτι στο κανονικό μου αφεντικό. Μια φορά πήγε με τον κύριο μου και κόντεψε να τον πετάξει στη θάλασσα και μια φορά με το κανονικό μου αφεντικό και άμεσα ενδιαφερόμενο όπου έφαγαν τα μουστάκια τους και γύρισαν σκοτωμένοι. Εγώ την είχα μυριστεί τη δουλειά και έμεινα ως hands free πάνω στη μπλούζα του Χόλιους – γκαρσόνι. Βρήκε όμως ένα ωραίο σπίτι η κυρία μου τη δεύτερη φορά και με συνοπτικές διαδικασίες και πριν προλάβει να πλακώσει η Σάρα, η Μάρα και Το Κακό Συναπάντημα, το έκλεισε και άρχισε να οργανώνει στο μυαλό της τα υπόλοιπα.
Τώρα πια το κανονικό μου αφεντικό έχει εγκατασταθεί εκεί και έχει αρχίσει ήδη μαθήματα στο Πολυτεχνείο. Πέρασε ένα διάστημα διαλογισμού πριν φύγει, το οποίο συνοψιζόταν στο ότι μέρα νύχτα είχε το αγαπημένο του μαξιλάρι στη μούρη και γύριζε μέσα στο σπίτι μυρίζοντας το. Αν είναι δυνατόν! Και όμως! Η ιστορία με το μαξιλάρι έχει τις ρίζες της από τότε που ήταν ενός έτους! Φανταστείτε λοιπόν σε τι στρες βρισκόταν ο καημένος που θα άφηνε την οικογενειακή εστία!
Η κυρία μου δεν έχει πατήσει ακόμα το πόδι της στο σπίτι της Πάτρας, κάνει την άρνηση της και από όσο την ξέρω θα την κάνει για πολύ καιρό ακόμα. Θεωρεί ότι ο πρωτότοκος της κάπου εδώ είναι και τώρα θα μπει στο σπίτι. Κομματάκι δύσκολο 5 χρόνια να το πιστεύει αυτό αλλά την έχω ικανή!
Ο κύριος μου λείπει για 15 μέρες στο Χωρίον προκειμένου να επιληφθεί της νέας σκεπής της Επαύλεως. Όλη μέρα είναι σκαρφαλωμένος στη στέγη με τον Σκεπά και τον βοηθάει. Μετά κατεβαίνει, ποτίζει τα δέντρα, σκαλίζει τα χόρτα εδώ κι εκεί και έτσι βρώμικο χάλι πηγαίνει στο καφενείο του χωριού και κάθεται με τους γνωστούς. Χε χε! Φαντάζομαι τη γιαγιά – Σοφία τί γκρίνια τού επισείει!! Μα δεν έχει κι άδικο. Εκεί σχολιάζουν ακόμα και τι βρακί υποθετικά φοράς από μέσα, όχι να πηγαίνει ο κύριος μου έτσι χάλι στο καφενείο.
Έτσι είμαστε μόνο εμείς οι 3 στο σπίτι. Πρώτον ο Χόλιους, ο οποίος έχει γίνει πετσί και κόκκαλο και η κυρία μου φοβάται ότι έχει νευρική ανορεξία. Από ό,τι τον ψάρεψε, βιώνει την ερωτική θλίψη από τη μετακόμιση της αγαπημένης του σε άλλο σχολείο. Δεύτερον η κυρία μου, η οποία είναι χωμένη στις δουλειές της αλλά άδραξε την ευκαιρία να δει φίλους και γνωστούς παραμελημένους από έτη. Έτσι, κάθε μεσημέρι είναι έξω και τρώει πότε εδώ και πότε εκεί. Και τρίτον, εγώ που προσπαθώ να συνέλθω από την πτερόρροια μου και να ξαναβρώ το νόημα της ζωής. Μήπως να πήγαινα στην Πάτρα παρέα με το αφεντικό μου? Άσε καλύτερα. Υπάρχει ο κίνδυνος να πεθάνω εκεί από την πείνα και τη βρώμα. Καλά είμαι εδώ!